Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Μαύρος Γάτος Ασπρος Γάτος


Ψηλά στην ορεινή Φωκίδα κάπου μεταξύ ουρανού και Γης δηλαδή, υπάρχει χωριουδάκι μικρό, στα παλιά εδάφη των ¨Δωριέων¨,  κοντά στο Λιδωρίκι.  Μικρό και φιλόξενο. Το μόνο μεγάλο εδώ είναι η εκκλησία του χωριού και κάτι ακόμη μεγαλύτερο η αγάπη των κατοίκων του για τον τόπο τους. Εξάλλου η φιλοξενία των κατοίκων δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση ούτε για μια στιγμή.
Κατεβαίνοντας από τα Βόρεια ένα βροχερό απόγευμα μας βρήκε ποστιασμένους καμιά 15αριά αναβάτες, μέσα στο καφενεδάκι του χωριού, ενώ έξω ρίχνει συνεχώς κεραυνούς και αστραπές με τέτοια συχνότητα που δεν έχεις όρεξη να πας πουθενά. Με τους παππούδες του χωριού να σε κάνουν να νιώθεις και πάλι μικρός, γιατί απλά δεν σε ρωτάνε τίποτα, ξέρουν πολλά και σε συμβουλεύουν για ακόμη περισσότερα περάσαμε πολλές ώρες, μέχρι να κοπάσει ο χαλασμός.
Η Απογευματινή σιέστα σημαδεύεται από την είσοδο του Ηλία του Καταβρέχα. ο κυρ-Μηνάς με την ατσαλάκωτη τραγιάσκα μου αποκαλύπτει ότι το «καταβρέχα» του το κολλήσανε επειδή «βρέχει» τα παπούτσια του.
-          Που σε ρε παππού (ο 70χρονος Μηνάς στον 80χρονο Ηλία)
-          Αι ρε σαχλαμάρα ……Μαρία ένα κατρούτσο,……..(μετά γυρνάει προς τα μας)  από πού είσαστε ρε παιδιά ?
Μετά από ατέλειωτη κουβέντα μου έμεινε το : εξάπαντος θα κατεβώ Αθήνα και θα πάρω ένα τέτοιο, δείχνοντας το πορτοκαλί μου τζέρσευ, ο κυρ-Μηνάς θαμπώθηκε φαίνεται με τα πολύχρωμα μπιχλιμπίδια μου, σαν τους Ιθαγενείς του Κολόμβου, ή με δούλευε ψιλό γαζί.
-          Άστη ‘να την Αθήνα μωρέ, εκεί τα περιστέρια άρχισαν να ταϊζουν τους ανθρώπους, ρε καλόπαιδα χωριά δεν έχετε να πάτε να μείνετε ?.
Τι να του πεις τώρα του Ηλία του Καταβρέχα, ότι βιαστήκαμε να αστικοποιηθούμε ? φταίμε εμείς για τα θαμπωμένα πλούτη ? . Γιατί θα πρέπει  μετά το δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο, πανεπιστήμιο να βγάλουμε και διαβατήριο, αυτό το τελευταίο δεν μας το ‘χε πει κανείς. Μια γουλιά κρασί ακόμη και ο θυμός παρασύρεται στο λάρυγγα.
Καλά το κρύο, οι λάσπες και τ’ αγιάζι δεν σας νοιάζει, κοιμόσαστε στο χώμα, γυρνάτε στα δάση νύχτα, δεν τρομάζετε ???
-           Όχι είμαστε παντρεμένοι, τι να φοβηθούμε …. απάντησε ο Σωκράτης.
Ακόμη γελάνε οι παππούδες και η κυρά Μαρία που όλη την ώρα κάτι έψηνε γελάει τόσο δυνατά που ακούγεται σε όλο το μαγαζί.
Στο μεταξύ τα τραπέζια έχουν γεμίσει τραχανά, ψωμί και κρασί, για τους πολύχρωμους εισβολείς, ζυγούρι μεζέ και άφθονο κρασί για τους ντόπιους. Μόνο στο κρασί ταιριάξαμε.
Για πολλοστή φορά εκείνη τη μέρα το ψηλό κεντρικό στάντ του 640 βουλιάζει στη λάσπη και προσφέρει θέαμα στην ομήγυρη, όταν η βαρύτητα έπαιξε τον ρόλο της. Οι παππούδες πρώτοι και καλύτεροι πεταχτήκανε απάνω να βοηθήσουν, εμείς τραβάγαμε φωτό το πεσμένο 640 και δαγκωνόμαστε για να μην γελάσουμε. Σοβαρότης μηδέν.
Άλλος παππούς που όλοι την ώρα έμενε βουβός, τώρα που ο Σωτήρης επεδείκνυε το gps του, σηκώθηκε το χάζευε και ζήτησε να το αγγίξει. Οι κόγχες των ματιών γουρλωμένες δεν χόρταιναν να το χαζεύουν. Κι εκεί που νομίζεις ότι είσαι μάγκας, σου πετάει την ατάκα σχετικά με την επιστροφή από το μέτωπο του 40, και πόσο καλύτερα θα ήταν άμα είχαν τέτοια μηχανήματα τότε. Αυτοί όμως τα κατάφεραν χωρίς gps, χωρίς φαγητό, χωρίς τίποτα σε μια φρέσκο-κατακτημένη χώρα, που σύντομα θα μέτραγε μεγάλες πληγές από τον κατακτητή που ζούσε πάντα με την κλασσική μουσική.  Σα να δωσε άφεση αμαρτιών στο τέλος γέλασε,  το ακούμπησε στο τραπέζι και γύρισε στη θέση του. Το κρασάκι του είχε πιο ενδιαφέρον από τούτο εδώ το μαραφέτι.   


Όλη την ώρα η τηλεόραση παραμένει κλειστή, κανείς δεν ζητάει να ανοίξει.
Οι αναχωρητές που έχουν απαρνηθεί τα υλικά αγαθά είναι πιο ευτυχισμένοι, εξάλλου όσα πιο πολλά θες τόσο πιο φτωχός γίνεσαι.  Όλα είναι στο μυαλό, τίποτα πραγματικά δεν έχουμε ανάγκη, μόνο την υγειά μας και τα μυαλά μας.
Παππούδες στην υγειά σας, ακόμη μας διδάσκετε.
Το βράδυ η καταιγίδα κόπασε, όπως κάθε καταιγίδα στο τέλος αποχωρεί και παραδίδει στον Αυγερινό ένα ξάστερο ουρανό για να βασιλέψει ο Ήλιος και το φως .
Πάσα ομοιότης με πρόσωπα και γεγονότα, εντελώς τυχαία και συμπτωματική



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου